Οδηγίες!!!

Επιλέξτε από το MENU δεξιά "Αναζήτηση" το θέμα που σας ενδιαφέρει και ανοίξτε τη σελίδα!!!! Στείλτε τις δικές σας Αγγελίες,Διαφημιστείτε,Προσβληθείτε !!!!!E-mail: gnpapa@otenet.gr

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ

Άρθρο του Αλέξανδρου Κασίδη*

Σαν σήμερα στις 4 Οκτωβρίου του 1974 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής προχώρησε στην ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας, της Μεγάλη Πατριωτικής Φιλελεύθερης Παράταξης που ταυτίζει το έθνος με το λαό, την πατρίδα με τους ανθρώπους της, την πολιτεία με τους πολίτες της, την εθνική ανεξαρτησία με τη λαϊκή κυριαρχία, την πρόοδο με το κοινό αγαθό
, την πολιτική ελευθερία με την έννομη τάξη και την κοινωνική δικαιοσύνη. Το στοίχημα του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν δύσκολο και πολυεπίπεδο καθώς δεν σχετιζόταν μόνο με την αποκατάσταση της δημοκρατίας σε μια ταραγμένη από κλυδωνισμούς και κρίσεις Ελλάδα αλλά παράλληλα αναλάμβανε να βάλει τις βάσεις για τη θεσμική και οικονομική Αναγέννηση της Ελλάδας. Έτσι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα προχώρησε στην καθιέρωση του νέου καταστατικού χάρτη της Χώρας, στην επίλυση του Πολιτειακού Ζητήματος και στην τολμηρή ένταξη της Ελλάδας στην μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια. Έργο το οποίο έχρηζε αποφασιστικότητας απέναντι στα κακώς κείμενα της εποχής. Άλλωστε, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι ο Καραμανλής συν τοις άλλοις όφειλε να ’’καθαρίσει’’ τη διοίκηση και τα σώματα ασφαλείας από διάφορες παρακρατικές ομάδες που αλλοίωναν το πνεύμα και το βαθύτερο πλαίσιο της πολιτικής του.

Σήμερα κανείς δεν αμφιβάλλει ότι ο Καραμανλής κατάφερε με πείσμα και πρωτόγνωρη θέληση να οδηγήσει μια Ελλάδα που είχε χάσει το προσανατολισμό της, μετά από έναν διαλυτικό εμφύλιο και μετά από μια επτάχρονη περιπέτεια, στο δρόμο της πολιτικής ομαλότητας και της κοινωνικής εξέλιξης. Εξάλλου μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα επί των ημερών του γνώρισε αξιόλογους ρυθμούς πραγματικής ανάπτυξης και βιομηχανικής παραγωγής γεγονός που της προσέδιδε κύρος και αναγνωρισιμότητα. Οι εταίροι έβλεπαν στο πρόσωπο της Ελλάδας μια χώρα που δήλωνε και ήταν αποφασισμένη να πρωτοστατήσει στη καινοτομία και στη παραγωγή.

Ωστόσο, η άνοδος του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία το 1981 κατάφερε να ’’φρενάρει’’ τον προγραμματισμό Καραμανλή για λογική και αναπτυξιακή χρήση των παρεχόμενων, προς τη χώρα, ευρωπαϊκών κονδυλίων. Έτσι από την επομένη της ενταξιακής πορείας της Χώρας στην τότε ΕΟΚ το ΠΑΣΟΚ για να προσδώσει μακροπρόθεσμο χαρακτήρα στη κυβερνητική παρουσία του προχώρησε στην εφαρμογή μιας ανερμάτιστης μοιρασιάς που στο όνομα της σοσιαλιστικής προσέγγισης τη βάπτισε ’’Προνοιακή Πολιτική’’. Η παραπάνω εξέλιξη είχε ως αποτέλεσμα την αστραπιαία κονιορτοποίηση του παραγωγικού ιστού της Χώρας με αποτέλεσμα οι επιχειρηματίες να διεισδύσουν στον κρατικό μηχανισμό αναπτύσσοντας το μοντέλο της ’’επιχειρηματικής δημοσιουπαληλίας’’. Η εικόνα των επιχειρηματιών να έχουν στήσει τα δικά τους μονοπώλια σε Διοίκηση και Κράτος κυριαρχούσε απόλυτα στα χρόνια της πολιτικής παντοκρατορίας του Ανδρέα Παπανδρέου. Η πολιτική Παπανδρέου, εν ολίγοις, χαρακτηρίστηκε από τη δημαγωγία, το λαϊκισμό και την εμπέδωση του κρατισμού που λειτούργησε ως ταφόπλακα για τη προοπτική της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των επενδύσεων στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.

Δυστυχώς, για τη Χώρα το μεγάλο φαγοπότι μεταξύ ’’ημετέρων’’ και διαπλοκής συνεχίστηκε και επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη καθώς η κυβέρνηση Μητσοτάκη – αν και δικαιώθηκε στα βασικά σημεία της οικονομικής πολιτικής που πρότεινε ωστόσο – απεδείχθη αδρανής και εν πολλοίς άτολμη απέναντι στην άμεση πάταξη της διαφθοράς που είχε αποκτήσει θεσμικά χαρακτηριστικά από τη ’’σοσιαλιστική’’ διακυβέρνηση του ’80. Ο βασικός λόγος αυτής της ’’ατολμίας’’ οφείλεται στην ισχνή κοινοβουλευτική ισχύ που διέθετε και από την οποία – όπως, δυστυχώς, απεδείχθη – δεν διδάχθηκε τίποτα καθώς λίγο πριν την εκλογική αναμέτρηση του 1993 προχώρησε στην αλλαγή του εκλογικού νόμου (δηλαδή του νόμου του Ανδρέα Παπανδρέου βάσει του οποίου αν και είχε λάβει το αξιοσημείωτο ποσοστό του 47% είχε εκλέξει μόνο 151 έδρες !!!) με αποτέλεσμα να χαρίσει στο ΠΑΣΟΚ του βαριά άρρωστου Ανδρέα Παπανδρέου μια μεγάλη κοινοβουλευτική υπεροχή. Η εποχή Σημίτη ήταν – κατά κοινή ομολογία – η περίοδος κατά την οποία οι επιχειρηματίες κατέρριψαν τα προσχήματα και τα διαχωριστικοί τοίχοι με την εκτελεστική εξουσία βάζοντας στο χέρι απροκάλυπτα και ’’φωτογραφικά’’ τις εργολαβίες μεγάλων έργων. Έτσι επί διακυβέρνησης Σημίτη οι καναλάρχες έγιναν και εργολάβοι που μονοπώλησαν με τις εταιρείες και τις θυγατρικές τους τα τεχνικά έργα που γινόντουσαν στη χώρα με αποκορύφωμα αυτά που αφορούσαν του Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Επίσης, δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι επί Σημίτη έλαβε χώρα η μεγαλύτερη αναδιανομή πλούτου που έγινε ποτέ στα χρονικά της Χώρας εις βάρος των πολλών και υπέρ των ολίγων (υπόθεση Χρηματιστηρίου) και η εμπέδωση μιας πλασματικής ανάπτυξης που ήταν προϊόν καθαρά επιχειρηματικών συναλλαγών με αποτέλεσμα να κερδίζουν αποκλειστικά οι έχοντες προσβάσεις στα γρανάζια της εξουσίας.

Η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή που ακολούθησε ήταν προϊόν της καθαρής βούλησης του ελληνικού λαού να απαλλαγεί από τα κατεστημένα συμφέροντα της πράσινης εικοσαετίας και της επιθυμίας για τη σύναψη ενός νέου ΄΄Κοινωνικού Συμβολαίου’’ μεταξύ πολιτών και πολιτικής στηριζόμενο στις αρχές της Ισονομίας και της Δικαιοσύνης. Αυτό σε μεγάλο βαθμό επετεύχθη και χάρη στη προσωπική συμβολή του Κώστα Καραμανλή καθώς ο τότε πρωθυπουργός ήταν (και ασφαλώς παραμένει) ένας βαθιά έντιμος άνθρωπος και ένας ασυμβίβαστος Πατριώτης. Η Ελλάδα επί διακυβέρνησης Καραμανλή σημείωσε μια σειρά διπλωματικών νικών (Σχέδιο Ανάν, Βέτο στο Βουκουρέστι) και πολυσήμαντων γεωστρατηγικών κινήσεων (Cosco. Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη, South Stream, οπλική συνεργασία με το γαλλό-γερμανικό άξονα, οικονομική συνεργασία με τη Ρωσία πάνω σε πολλά πεδία (όχι μόνο ενεργειακά) κ.α.) . Ωστόσο, μια σειρά εγχώριων και εξωγενών οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων, εκμεταλλευόμενα την ολιγωρία ως προς την υλοποίηση των αναγκαίων ρήξεων και μεταρρυθμίσεων, κατάφεραν ποντάροντας στην αχανή σκανδαλολογία να πλήξουν τη κυβέρνηση Καραμανλή σε σημείο εκλογικής πανωλεθρίας τον Οκτώβριο του 2009.

Σε μια περίοδο που οι οι πάντες (φίλοι και αντίπαλοι) της Νέας Δημοκρατίας στοιχημάτιζαν για το τέλος της Παράταξης με τα στελέχη και τους ψηφοφόρους της να έχουν χάσει στη κυριολεξία το έδαφος κάτω από τα πόδια τους λόγω της αμετάκλητης παραίτησης Καραμανλή τότε ξαφνικά ξεπρόβαλε η ΕΛΠΙΔΑ. Ξεπρόβαλε η ανάγκη η Νέα Δημοκρατία να επαναπροσδιορίσει τις ιδέες και τη στρατηγική της ανακτώντας και πάλι τη πρωτιά στη μάχη των Ιδεών, μια μάχη που η ίδια είχε εκχωρήσει πολλά χρόνια νωρίτερα στο βωμό της αχανούς και πολυδαίδαλης πολυσυλλεκτικότητας. Όλα αυτά που αναζητούσαν οι ιδεολογικά ανήσυχοι κεντροδεξιοί ψηφοφόροι στην Ελλάδα τα ενσάρκωνε ο πολιτικός λόγος και το Ιδεολογικό Μανιφέστο του Αντώνη Σαμαρά ο οποίος δεν δίστασε να ανοίξει τη εκλογική διαδικασία για ανάδειξη ηγεσίας στη Βάση της Παράταξης με αποτέλεσμα να καταστεί – μέσα από μια Κινηματικού Χαρακτήρα διαδικασία – ο πρώτος από τον Λαό εκλεγμένος Ηγέτης της Νέας Δημοκρατίας. Έτσι ο Αντώνης Σαμαράς ανέλαβε το στοίχημα της ιδεολογικής υπεροχής κάτι που – κατά τη δική του αταλάντευτη θεώρηση – θα έφερνε και τη σταθερή (και όχι ρευστή και επίπλαστη) εκλογική επικράτηση. Ένα στοίχημα καθόλου εύκολο αφού ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της Παράταξης δεν είχε να ασχοληθεί μόνο με την οργανωτική δομή του κόμματος αλλά και με τη εκπλήρωση ενός αμιγώς εθνικού ρόλου απέναντι στη πολιτική επιλογή των μνημονίων που κατέστησαν τη Πατρίδα ουραγό των εξελίξεων. ’Ετσι, ο Αντώνης Σαμαράς καταψηφίζει το Μνημόνιο Ι, το Μάιο του 2010, και έρχεται αντιμέτωπος με τα υπόλοιπα κυβερνητικά κόμμα του ΕΛΚ που άρχισαν να τον λοιδορούν γι’ αυτή τη στάση του. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε η Νέα Δημοκρατία και στη ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος, τον Ιούλιο του 2011, με αποτέλεσμα να γνωρίζει τη πικρή δικαίωση των επιλογών της καθώς η ελληνική κοινωνία είχε εισέλθει ήδη στο πεδίο των ανελέητων και οριζόντιων περικοπών. Ωστόσο, μια αυτοκτονική πρόταση του τότε πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου περί δημοψηφίσματος (ως προς τη παραμονή της χώρας στη ζώνη του ευρώ) και η αδήριτη ανάγκη για άμεσο ’’κούρεμα’’ (haircut) του δημοσίου χρέους ώστε να μπορεί το κράτος να καλύπτει τις εγχώριες (μισθοί, συντάξεις, επιδόματα, λειτουργικές δαπάνες) και διεθνείς υποχρεώσεις του (δάνεια, γραμμάτια κ.α.) ανάγκασε τον Αντώνη Σαμαρά να στηρίξει τη νέα Δανειακή Σύμβαση (Νοέμβριος 2011) στη προσπάθεια του να αποτρέψει την έξοδο της χώρας από το ευρώ και το ενδεχόμενο εξαθλίωσης των ευάλωτων (και όχι μόνο !!!) κοινωνικών στρωμάτων στην Ελλάδα. Η συγκεκριμένη επιλογή, αν και κατακρίθηκε από ένα διόλου ευκαταφρόνητο κομμάτι ψηφοφόρων της Ν.Δ. ωστόσο σε γενικές γραμμές, αναγνωρίστηκε μετά από εξαντλητικό διάλογο, από την ελληνική κοινωνία γεγονός που αποτυπώνεται στην άμεση ανάδειξη της Νέας Δημοκρατίας σε πρώτη πολιτική δύναμη το καλοκαίρι του 2012.

Ωστόσο, η μη αυτοδύναμη πορεία της Ν.Δ. – και στις δύο αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις – την οδήγησε στη διαμόρφωση ενός τριμερούς κυβερνητικού σχήματος (με ΠΑΣΟΚ και Δημοκρατική Αριστερά). Στο διάστημα των τριών μηνών που η Ελλάδα κυβερνάται από τη καταστατική συμφωνία των τριών καλείται να καταβάλλει το μέγιστο των δυνατοτήτων της ώστε να παραμείνει στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Άλλωστε, αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η Εθνική Κυβέρνηση υπό την ηγεσία του Αντώνη Σαμαρά δίνει αγώνα στη βάση της άμεσης ανάκτησης της Αξιοπιστίας της Ελλάδας έναντι των εταίρων της ώστε η διαδικασία μιας επίπονης Επαναδιαπραγμάτευσης να έχει προοπτική επιτυχίας.
Ωστόσο, πέραν μιας επιτυχούς επαναδιαπραγμάτευσης ο Αντώνης Σαμαράς είναι επιφορτισμένος και με τη δέσμευση που έδωσε απέναντι στην ελληνική κοινωνία (από την εποχή ακόμη που διεκδικούσε την ηγεσία της Φιλελεύθερης Παράταξης) να επαναφέρει στο προσκήνιο της πολιτικής Αξίες όπως: η Ελευθερία, η Δικαιοσύνη, η Ισονομία και η Ανταγωνιστικότητα. Να ενεργοποιήσει ξανά τις Αρχές του Κοινωνικού Φιλελευθερισμού που είναι: η Ευημερία, η Ανάπτυξη και η περισσότερη Εθνική Αυτοπεποίθηση. Όλα τα παραπάνω σκιαγραφούν τις προϋποθέσεις που οδηγούν στη ’’Νέα Μεταπολίτευση’’. Ωστόσο, για την έναρξη αυτής της πολιτικής περιόδου απαιτούνται ρήξεις με τις παθογένειες του χθες. Απαιτείται η οργανωτική δομή του κρατικού μηχανισμού να απαγκιστρωθεί από τα βαρίδια του Κρατισμού και της Γραφειοκρατίας και στις θέσεις τους να εδραιωθούν η Απελευθέρωση της Αγοράς και η Διοικητική Ευελιξία. Ο Αντώνης Σαμαράς θα πρέπει να εμφυσήσει στο κόσμο την αναγκαιότητα η Ελλάδα να αλλάξει σελίδα και να εγκαινιάσει ένα νέο πολιτικό-οικονομικό μοντέλο. Το μοντέλο που υπαγορεύει η λογική του Ριζοσπαστικού Κοινωνικού Φιλελευθερισμού και που προάγει την Ελευθερία του Ατόμου, την Επενδυτικότητα, την Εξωστρέφεια, τη Καινοτομία και την πραγματική Ανάπτυξη. Σε καιρούς χαλεπούς για τη Πατρίδα και τους ανθρώπους της η Στρατηγική Σαμαρά είναι η μόνη Αξιόπιστη Λύση που μπορεί να εγγυηθεί την έξοδο από τη Κρίση και τη ταυτόχρονη μετάβαση από το σημερινό τέλμα της Σάπιας Μεταπολίτευσης στο νέο που εναγωνίως επιζητεί σήμερα η ελληνική κοινωνία. Ωστόσο, για να γίνει αυτό απαιτείται να κλείσουν οι πύλες της Μεταπολίτευσης γεγονός που καθιστά αναγκαία την έκβαση από το σημερινό υφεσιακό τέλμα. Το επιτυχές μεταβατικό διάστημα από το παλιό στο νέο, από το παρακμιακό στο αναπτυξιακό σηματοδοτεί το πέρασμα από τη τελευταία πρόκληση της Μεταπολίτευσης στην επίτευξη της Εθνικής Αποστολής Σαμαρά που δεν είναι άλλη από τη θεμελίωση της ’’Νέας Μεταπολίτευσης’’ !!!

* Ο Αλέξανδρος Κασίδης είναι Πτυχιούχος Κοινωνικής Πολιτικής Διοίκησης του ΔΠΘ, Περιφερειάρχης ΟΝΝΕΔ Μαγνησίας και Τοπικός Σύμβουλος της Δημοτικής Κοινότητας Ζαγοράς (– Ν. Μαγνησίας, Ανατολικό Πήλιο)

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου